Αρχειοθήκη ιστολογίου

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Ακόμα εκατό χρόνια μοναξιάς

Τα επόμενα εκατό χρόνια μοναξιάς ξεκίνησαν ήδη.

 Ο Κολομβιανός συγγραφέας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, έφυγε την  Τετάρτη  (Μεγάλη Τετάρτη), 17 Απριλίου, για το αιώνιο ταξίδι. Ο σπουδαίος Μάρκες, βραβευμένος με νόμπελ λογοτεχνίας πάλευε χρόνια, αποσυρμένος από τα φώτα και τη δημόσια ζωή, με καρκίνο των λεμφαδένων.
Ο Μάρκες, εδώ και δεκαετίες ζούσε μόνιμα στο Μεξικό. Ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος.
Θεωρείται ως ο συγγραφέας που μέσα από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του, όπως τα «100 Χρόνια Μοναξιά», την «Κακιά Ώρα» και το «Φθινόπωρο του Πατριάρχη» καθόρισε το είδος του μαγικού ρεαλισμού.
Στις 6 Μαρτίου έκλεισε τα 87 του χρόνια.
Έγραφε μέχρι τα 85 του. Λίγο μετά, ο αδελφος του συγκινημένος παραδέχτηκε  δήμοσια ότι ο κολομβιανός νομπελίστας πάσχει από γεροντική άνοια και σταμάτησε να γράφει…


"Βυθίστηκα στη ρομαντική λογοτεχνία, που είχα αποκηρύξει όταν η μητέρα μου θέλησε να μου την επιβάλει με το ζόρι, και από αυτή συνειδητοποίησα πως η ακατανίκητη δύναμη που κάνει τη Γη να γυρίζει δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες, αλλά όσοι συναντούν εμπόδια." είχε δηλώσει στον προλογο της αυτοβιογραφίας του, προσπαθώντας να εξηγήσει την έμφυτη ροπή του να συνδυάζει το πραγματικό με το φανταστικό.
Το βιβλίο-βίβλος του,  τα Εκατό χρόνια μοναξιάς λογαριάζονται για το σημαντικότερο μυθιστόρημα που γράφτηκε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και περιλαμβάνεται στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ.
"Πολλά χρόνια αργότερα, καθώς αντιμετώπιζε το εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θυμήθηκε εκείνο το μακρινό απόγευμα, όταν ο πατέρας του τον πήρε μαζί του για να ανακαλύψει τον πάγο."
Από την πρώτη φράση από τα "100 Χρόνια Μοναξιάς", έως και την τελευταία του, μέσα στα ανεμοσκορπίσματα μιας γενιάς, ανάμεσα σε κίτρινες πεταλούδες και αιματηρές εξεγέρσεις, μέσα σε τρελούς έρωτες και τα ξεβαμμένα χρώματα ενός φανταστικού χωριού, ζούσα σε είναι ποίημα, από το οποίο δεν ήθελα να ξεφύγω. 
Η γιαγιά μου ήταν η Ουρσουλα, και για παππού είχα επιλέξει τον Μελκιάδες. 
Αγγιξα τον πάγο με τα χέρια μου και ένιωσα μια καυτή τρεμούλα μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ενώ κάτω απο΄τα κλειστά μου βλέφαρα έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα η πανέμορφη φιγούρα της ωραίας Ρεμέδιος τη στιγμή που ταξίδευε για τον ουρανό.
Καλό ταξίδι στον αγαπημένο παραμυθά, τον φλογερό ρομαντικό, τον υπερασπιστή των ερώτων, τον μαγικό ρεαλιστή που εκτόξευσε την λογοτεχνία, όπου δικαιωματικά της ανήκει, πλάι στη Ρεμέδιος, συντροφιά με το Θεό.
  «... Τότε ανακάλυψε πώς η Αμαράντα Ούρσουλα δεν ήτανε αδελφή του, αλλά θεία του, και πως ο Φράνσις Ντρέικ επιτέθηκε στη Ριοάτσα μόνο και μόνο για να μπορέσουν εκείνοι να βρουν ο ένας τον άλλον στους πιο παράξενους λαβυρίνθους του αίματος, ώσπου να φέρουν στον κόσμο το μυθολογικό ζώο που θα έβαζε τέρμα στη γενιά τους. Το Μακόντο ήταν πια ένας φοβερός ανεμοστρόβιλος από σκόνη και χαλάσματα, που τα στριφογύριζε η οργή του βιβλίκού τυφώνα, όταν ο Αουρελιάνο πήδηξε έντεκα σελίδες για να μη χάσει την ώρα του με πολύ γνωστά του περιστατικά, κι άρχισε να αποκρυπτογραφεί τη στιγμή που ζούσε, αποκρυπτογραφώντας την όσο τη ζούσε, προφητεύοντας στον ίδιο του τον εαυτό  τη στιγμή που θα αποκρυπτογραφούσε την τελευταία σελίδα των περγαμηνών, λες και τον έβλεπε σε έναν καθρέφτη που μιλούσε. Τότε, προχώρησε ακόμη λίγο, για να προλάβει τις ημερομηνίες και τις περιστάσεις του θανάτου του. Ωστόσο, προτού φτάσει σον τελευταίο στίχο, είχε καταλάβει πως δεν θα έβγαινε ποτέ από κείνο το δωμάτιο, γιατί η πόλη με τους καθρέφτες (ή τους αντικατοπτρισμούς) ήταν προορισμένη να σαρωθεί από τον άνεμο και να εξοριστεί από τη μνήμη των ανθρώπων, τη στιγμή που ο Αουρελιάνο Μπαμπιλόνια θα τέλειωνε την αποκρυπτογράφηση των περγαμηνών, κι όλα όσα ήταν γραμμένα σ’ αυτές ήταν ανεπανάληπτα από αμνημονεύτων χρόνων και για πάντα, γιατί οι γενιές οι καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς δεν θα είχαν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.»