Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Τα αγγελικά ματάκια

Της Κλεοπάτρας Κάτση

Α' μέρος


Ξημέρωσε Δευτέρα και πρέπει πάλι να πάει στη δουλειά, αυτή φορά όμως τα βλέφαρα της ήταν τόσο βαριά, που αντιστέκονται σε κάθε μανιακό χτύπο του ξυπνητηριού. 

Ήταν η αρχή μίας νέας εβδομάδας και για εκείνη δεν ξεκινούσε τόσο καλά. Σηκώθηκε από το ζεστό της κρεβάτι και πήγε να ρίξει κρύο νερό στο πρόσωπο της, ντύθηκε και άφησε τα μαλλιά της λυτά, κάτι που δεν συνήθιζε, διότι πάντα βαριόταν να τα φτιάχνει και τα μάζευε σε μία αλογοουρά στα γρήγορα. Αυτή τη φορά όμως, φαίνεται έστρωσαν καλά μετά το χθεσινοβραδινό της μπάνιο.

Πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα του σπιτιού της για να πάει στην δουλειά, άκουσε το τηλέφωνο της να χτυπάει. Απάντησε στα βιαστικά με το ένα χέρι ενώ με το άλλο κλείδωσε παράλληλα την πόρτα.

“ Έλα Ναταλία, ο Γιώργος είμαι από την δουλειά, πήρα να σε ενημερώσω πως σήμερα θα πρέπει να πάμε στο ορφανοτροφείο να μιλήσουμε με την ιδιοκτήτρια του, για να την βοηθήσουμε να παραμείνει ανοιχτό, στέλνοντας της κάποια ρούχα από το κατάστημα μας.”

Εκείνη άκουγε τον Γιώργο και προσπαθούσε να καταλάβει το τι ακριβώς της έλεγε, μόλις είχε ξυπνήσει και καφέ δεν είχε πιει ακόμα, οπότε της ήταν ακόμα δύσκολο να βάλει σε λειτουργία το μυαλό της.

“ Έρχομαι από το μαγαζί, σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί, περίμενε με και θα το συζητήσουμε από κοντά” του απάντησε γρήγορα και έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβει ο συνομιλητής της να πει κουβέντα.



Έφτασε μέσα σε δέκα λεπτά, όπως ακριβώς το είχε προβλέψει. Βρήκε τον συνέταιρο της έξω από το μαγαζί και το μαγαζί κλειστό.

“ Λοιπόν άκουσε με προσεκτικά” της είπε ο Γιώργος και συνέχισε τον λόγο του,
“ το ορφανοτροφείο δεν έχει ακόμα πολλά χρήματα και είναι έτοιμο να κλείσει, πρέπει κάπως να τους βοηθήσουμε ώστε να σταθούν ξανά στα πόδια τους και γι’ αυτό σκέφτηκα πως θα ήταν καλή ιδέα, να τους πηγαίνουμε όσα ρούχα μπορούμε από το μαγαζί, για να έχουν τα παιδιά να φορούν, άλλοι θα δώσουν τροφή και άλλοι χρηματικά ποσά, ίσως καταφέρουμε να το ισορροπήσουμε και πάλι. Τι λες;” 

Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και χαμογέλασε δίχως να πει λέξη, το βλέμμα της είχε καρφωθεί στα μάτια του Γιώργου όση ώρα μιλούσε για αυτά τα παιδιά.
Εδώ και τόσα χρόνια συνεργάτες, δεν κατάλαβε ποτέ τις ευαισθησίες του και αυτή την φορά την είχε εντυπωσιάσει, με το πάθος που μιλούσε για τα παιδιά του ορφανοτροφείου. 

Μπήκαν και οι δύο στο αυτοκίνητο της Ναταλίας και πήραν τον δρόμο για το ορφανοτροφείο. Ορφανοτροφείο; Πόσο την ανατρίχιαζε αυτή η λέξη, από μικρή δεν άντεχε να την ακούει, έπλαθε διάφορες σκέψεις, πάντα ο νους της την ταξίδευε σε άσχημες εικόνες, νόμιζε πως τα παιδιά εκεί είναι φυλακισμένα και ήταν αναγκασμένα να ζουν όλα μαζί.

Όταν έφτασαν, είδαν μία κυρία ηλικιωμένη στην πόρτα, να στέκεται και να τους περιμένει με ένα πλατύ χαμόγελο.

“ Είστε η κυρία Παπαδοπούλου;” ρώτησε ευγενικά ο Γιώργος.

“ Η ίδια” απάντησε χαμογελώντας η κυρία “ Και εσείς θα πρέπει να είσαστε ο κύριος Νικολαΐδης και η κυρία Διαμαντή, αν δεν κάνω λάθος;” συμπλήρωσε.

“ Εμείς είμαστε, ας περάσουμε μέσα να σας αναφέρουμε την σκέψη του συνεργάτη μου, για την οποία σας ενημέρωσε στο τηλέφωνο.

Όπως ήδη γνωρίζεται έχουμε μία εταιρία ρούχων, γυναικείων, αντρικών και παιδικών, μάθαμε πως το ορφανοτροφείο δεν πάει καλά και θα ήταν μεγάλη μας χαρά και τιμή να σας στέλνουμε ρούχα για όλα τα παιδιά σας, ανά τακτικά διαστήματα, ώστε να μην χρειαστεί να τα αγοράζετε και να σας επιβαρύνει και αυτό. Ελπίζουμε να σκεφτείτε την πρόταση μας και να μας ειδοποιήσετε για την απόφαση σας κυρία Παπαδοπούλου μου”. Είπε η Ναταλία με μιαν ανάσα.

“ Κοιτάξτε παιδιά μου, η κατάσταση δεν είναι καλή και χρόνο για σκέψεις δεν έχω, δέχομαι την πρόταση σας και σας ευχαριστώ από καρδιάς για την προσφορά σας αυτή. Ελπίζω να μπορέσουμε να σώσουμε όλα αυτά τα παιδιά, με τόσες προσπάθειες που γίνονται καθημερινά για να μην κλείσει το ορφανοτροφείο μας”. Απάντησε η κυρία Παπαδοπούλου.

“ Είναι τόσο σοβαρά τα πράγματα;” ρώτησε ο Γιώργος, ενώ η ανησυχία φαινόταν στα μάτια του.

“ Δυστυχώς είναι κύριε Νικολαΐδη, τα παιδιά τρώνε συνέχεια ζυμαρικά για περισσότερη οικονομία και φορούν τα περσινά μπλουζάκια, όσο και αν κόντυναν τα μανίκια τους.

Οπότε πρέπει να δράσουμε γρήγορα, πριν κλείσει και βγουν στον δρόμο για να αντιμετωπίσουν μόνα τους τη ζωή, μπορεί για τα νεογέννητα να κάνει κάτι ο δήμος μας, αλλά για τα άλλα, τα μικρά μας και τα πιο μεγάλα παιδιά, δεν υπάρχει ελπίδα, το χειρότερο είναι ότι έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται την κατάσταση και έχουν κλειστεί όλα στον εαυτό τους”. Απάντησε η κυρία.

“ Όλα θα φτιάξουν, το ορφανοτροφείο δεν θα κλείσει” είπε η Ναταλία αποφασιστικά. 

Συνεχίζεται...