Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Για όλες τις μαμάδες του κόσμου. Χρόνια πολλά.


Της Κλεοπάτρας Κάτση

Άλικος φωτίζει ο ήλιος, την ημέρα αυτή του Μάη από νωρίς το πρωί.

Σήμερα, όλοι πάμε στα ανθοπωλεία για να διαλέξουμε μπουκέτα, με διάφορα ανοιξιάτικα χρώματα, κίτρινα, ροζ, λευκά και πορτοκαλί.
Οι μυρωδιές των χρωματιστών λουλουδιών, που κρατάμε στις χούφτες μας, τα μικρά και μεγάλα παιδιά, για να τα προσφέρουμε , στις μητέρες μας, έχουν πλημυρίσει όλη την γειτονιά.

Η ευχή στην κόκκινη κάρτα, που είναι ακουμπισμένη στην άκρη κάθε ανθοδέσμης, είναι πάντα η ίδια. “ Μακάρι να μπορούσα να σου φέρω τα πιο όμορφα λουλούδια, όλου του κόσμου, εγώ όμως έχω το πιο ξεχωριστό απ’ όλα, εσένα, Σ’ αγαπάω, είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου”.
Καθώς σήμερα είναι η αγαπημένη γιορτή όλων των παιδιών, η γιορτή της μητέρας.

Είναι η κατάλληλη μέρα, για να τις θυμίσουμε πως η άνοιξη στην ζωή μας, υπάρχει, γιατί μας την προσφέρουν απλόχερα εκείνες και να πούμε για άλλη μία φορά ότι τις αγαπάμε και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, όσα χρόνια και αν περάσουν, γιατί η δική τους αγκαλιά και η γλυκιά τους ευχή , δεν θα διαγραφθεί ποτέ από το μυαλό κανενός παιδιού.

Ας μιλήσουμε σήμερα λοιπόν, για το πιο όμορφο δώρο που μας χάρισε ο Θεός.

Τις μητέρες μας, που ανέχονται κάθε σκανταλιά και ξεχνούν την κάθε αταξία με ένα φιλί και μία σφιχτή αγκαλιά.

Τις μανούλες, που ξεχνούν κάθε δική τους ανάγκη, για να πραγματοποιήσουν κάθε δική μας επιθυμία, από την πρώτη στιγμή που μας κρατούν στην αγκαλιά τους και ξαγρυπνούν με το δικό μας κλάμα, μέχρι και την στιγμή που βαραίνουν τα βλέφαρα μας, ενώ νιώθουμε πλέον ασφάλεια μέσα στα ζεστά τους χέρια που μας σκεπάζουν για να μην κρυώσουμε το βράδυ.

Πόσα λόγια να τις γράψεις; και πόσα τραγούδια να τραγουδήσεις; αφού όλες οι σελίδες του κόσμου δεν φτάνουν για να περιγράψεις την αγάπη σου, οι λέξεις μοιάζουν φτωχές, μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής τους και οι στίχοι είναι πολύ λίγοι για να σιγοτραγουδήσεις, όταν θα κρατάς στα χέρια σου τα λουλούδια που από το πρωί έχεις μαζέψει με λαχτάρα, από τους κήπους της καρδιάς σου.

Και λίγο πριν πατήσουμε στο κατώφλι του σπιτιού μας, περνούν από το μυαλό μας όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα , για τον άνθρωπο που μας χάρισε την ζωή και από τότε, γίναμε εμείς η δική της.

Από τότε λοιπόν, υπομένουν κάθε μας αταξία, ακούνε κάθε μας παράπονο, μας παρηγορούν γλυκά τα βράδια που οι εφιάλτες σκιάζουν τα όνειρα μας και εκείνες μας προσφέρουν τα δικά τους.
Περνάμε κάθε λεπτό από την σκέψη τους, παλεύουν για να μην μας λείψει τίποτα, ικανοποιούν τις δικές μας επιθυμίες, βάζοντας στην άκρη τα δικά τους θέλω, σκουπίζουν με τα μαλακά τους χέρια το δάκρυ μας και προσπαθούν να πάρει επάνω τους τον πόνο μας, νιώθουν την γρατζουνιά στα πόδια μας και πονάνε πιο πολύ από εμάς .
Ξέρουν κάθε μας κίνηση πριν ακόμη εμείς την σκεφτούμε, δέχονται κάθε συγνώμη, προσπερνούν τον θυμό τους λόγω των αποτυχημένων διαγωνισμάτων μας στο σχολείο, μας φροντίζουν, είναι πάντα εκεί για εμάς , να μας κρατάνε και μας λατρεύουν.

Χρωστάμε όλοι σήμερα, στους Αγγέλους που είναι συνοδοιπόροι σε κάθε μας ταξίδι, μία αγκαλιά, που μας φυλάνε από κάθε κίνδυνο, ένα φιλί γιατί μας συγχωρούν τα πάντα και την πιο γλυκιά ευχή για ένα μεγάλο ευχαριστώ, που υπάρχουν στην ζωή μας και πάντα τις φωτίζουν με το δικό τους φως.


Χρόνια Πολλά Μαμά.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

To άρωμα της Άνοιξης



Της Κλεοπάτρας Κάτση

Ξημέρωσε, μία ηλιαχτίδα, καρφώθηκε στα κλειστά ακόμη μάτια μου, η προσπάθεια της όμως να τα κάνει να ανοίξουν ήταν ατελέσφορη.
Τώρα άρχισε να χτυπάει και το κινητό μου τηλέφωνο.
Είναι ώρα να ξυπνήσω από ότι φαίνεται, μα γιατί τόση ταραχή, τι μέρα είναι σήμερα; Γύρισα να δω στο ημερολόγιο, Πέμπτη 1η Μαΐου. Μα φυσικά, έτσι εξηγείται και το τηλέφωνο.
" Αναστασία μου, έλα να με πάρεις σε μισή ώρα, που θα είμαι έτοιμη, τα λέμε από κοντά"
Με την Αναστασία συνηθίζαμε, από μικρές, κάθε πρωτομαγιά να πηγαίνουμε μία εκδρομή στη φύση. Αυτήν την χρονιά ήταν η σειρά του Πλαταμώνα.
Οι αποσκευές μου ήταν ήδη έτοιμες. Το μόνο που έμενε να πλέον ήταν να ντυθώ!
" Χα! το ρεκόρ σου μειώθηκε, φέτος άργησες μόνο μισή ώρα. Μπράβο αγαπητή " μου είπε η Αναστασία όταν συναντηθήκαμε.
Μετά από δύο ώρες φτάσαμε στον προορισμό μας.
" Λέω να ξεκουραστώ λίγο, εσύ τι θα κάνεις" με ρώτησε η Αναστασία, με τα μάτια νυσταγμένα.
" Θα πάω μία βόλτα στο κάστρο, στην καρδιά του Πλαταμώνα, ξέρεις, θα τα πούμε, όταν ξυπνήσεις " της είπα και έφυγα με μιας από το ξενοδοχείο.
Καθώς έκανα την βόλτα μου, τα μάτια μου ήταν στυλωμένα στα ανθισμένα λουλούδια, με τα χρωματιστά πέταλα στην κορυφή τους. Ο καθαρός αέρας που εισέπνεα είχε αναμιγμένα μέσα του αρώματα, τα οποία είχαν ταιριάξει μεταξύ τους τόσο, που δεν ήθελα να βγω από το μονοπάτι αυτό, μόνο και μόνο για να έχω την αίσθηση, ότι είναι όλα χωμένα μέσα στην αγκαλιά μου και δεν ήθελα να τα αποχωριστώ.
Αλλά εμένα όλες αυτές οι μυρωδιές κάτι μου θυμίζουν, σαν να έχω ξανά ‘ρθει εδώ, όλες αυτές οι εικόνες, μου είναι γνώριμες.
Μα, είναι λογικό, από παιδί μου άρεσαν τα χρώματα και τα αρώματα του μέρους αυτού, αφού καμία άνοιξη δεν έλειπα από εδώ, λόγω της καταγωγής της μητέρας μου.
Πως περάσαν τα χρόνια;
Σαν χθες θυμάμαι την γιαγιά μου να με κυνηγάει για να μην ανέβω στις μηλιές της γειτόνισσας και φάω τα μήλα που είχαν απομείνει από το προηγούμενο βράδυ. Θα μείνει για πάντα αξέχαστη η εικόνα του παππού, να με ψάχνει την ώρα που ανηφορίζαμε για το κάστρο, καθώς από κει ψηλά, επέλεγα να δω την θέα του Ολύμπου και του Θερμαϊκού, παρά να θαυμάζω τα βαρετά για μένα, τότε μνημεία.
Θα μείνει αναλλοίωτη η μυρωδιά από το δέντρο που καθόμουν με τις ώρες και συλλογιζόμουν, αν η αγάπη είναι ατελείωτη, ή όταν τελειώνει που πάει; Πως χάνεται;
‘Η μήπως τρυπώνει κάπου βαθιά μέσα στην καρδιά μας και υπάρχει προσεχώς;
Ερωτήσεις που αιχμαλώτιζαν το παιδικό μου μυαλό.
Πως είναι δυνατόν, να ξεχαστεί, το ζεστό αυτό χάδι της γιαγιάς τα βράδια, η ζεστή αγκαλιά του παππού, όταν κατέβαινα ματωμένη από τα δέντρα και η φωνή της γειτόνισσας όταν με μάλωνε γλυκά μπροστά στη γιαγιά, ενώ με βοηθούσε να ξανάσκαρφαλώσω στα δέντρα όταν εκείνη έφευγε;
Πως γίνεται να ξεχάσω, το άρωμα της άνοιξης που σκόρπιζαν τα δέντρα σε όλο το χωριό, την όψη των καταπράσινων θάμνων που περιτριγύριζαν το βουνό, τις φωνές των παιδιών και των φοιτητών όταν γυρνούσαν από τις βόλτες τους και την γεύση από την πορτοκαλόπιτα που δεν έλειπε ποτέ από το σπίτι;
Αναμνήσεις που δεν θα διαγραφθούν ποτέ, όσα χρόνια και αν περάσουν. Σημάδια στα γόνατα από το σκαρφάλωμα που αφήνουν πάντα το στίγμα τους.
 Να μαι πάλι σήμερα, στην ίδια κρυψώνα μου, όπως τότε που ξέφευγα από το χέρι του παππού, μετά από δέκα χρόνια, κάτω από το ίδιο δέντρο, όπου κάποτε συλλογιζόμουνα και τώρα πια έτοιμη να κατηφορίσω να ξυπνήσω την Αναστασία, όπως κάποτε έτρεχα για να προλάβω να φάω το πρώτο ζεστό κομμάτι από την πορτοκαλόπιτα της γιαγιάς.
Παίρνω τον δρόμο του γυρισμού, για να ξυπνήσω τη φίλη μου.

Ώρα είναι να απολαύσει και εκείνη την μαγεία και το άρωμα της άνοιξης!