Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Η μάσκα

Tης Κλεοπάτρας Κάτση

Ζωγράφισα γι’ άλλο ένα βράδυ ένα χαμόγελο στο πρόσωπο μου και φόρεσα τα μαύρα μου γυαλιά, το καλό μου φόρεμα και τις αγαπημένες μου μυτερές γόβες.
Έσφιξα τα χέρια μου και άρχισα να περπατώ, έμοιαζα με μια ευτυχισμένη γυναίκα, που είχε τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση ώστε να φορά μέσα στη νύχτα τα γυαλιά της, διότι ταίριαζαν με την εμφάνιση της.







“ Δες μαμά, τι όμορφη κυρία” ακούστηκε η φωνή ενός παιδιού και μαζί με την φωνή του διάφορα σφυρίγματα από μεθυσμένους άντρες, που αδιαφορούν για τις γυναίκες δίπλα τους και μοιάζουν  κάπως άθλιοι και αηδιαστικοί.

Κανένας δεν κατάλαβε τίποτα, πέτυχα για άλλο ένα βράδυ τον σκοπό μου. Τους ξεγελώ όλους... Όλους, εκτός από έναν...

Άναψαν τα φώτα της Θεσσαλονίκης, έτρεξα να κρυφτώ κάτω από ένα αφώτιστο σημείο και ομολογώ δεν δυσκολεύτηκα πολύ, αφού υπάρχουν αρκετές σκοτεινές γωνίες στον δρόμο μου. Όμως, εκτός από τα φώτα του προορισμού μου, τώρα έχουν σβήσει και τα φώτα της ψυχής μου.

Ένα ακόμα βράδυ, που η σκέψη σου αιχμαλώτισε τον νου μου, μία ακόμη νύχτα που προσπαθώ να πείσω την καρδιά μου, πως έφυγες για πάντα. Κι όμως οι αναμνήσεις, είναι ακόμα τόσο ζωντανές για μένα, σαν να μην έφυγες ποτέ. Τι να θυμηθώ και τι να ξεχάσω;

Τα βράδια που το μόνο που ήθελα, ήταν να με κρατάς σφιχτά στα χέρια σου. Τις μέρες που το μόνο που ζητούσες ήταν η καλημέρα μου. Και τ’ απογεύματα που αγκαλιά ακούγαμε τους αγαπημένους δίσκους μας.

Μελωδίες που συντροφεύουν τα όνειρα μου και με γεμίζουν με αυταπάτες. Μελωδίες που πλέον μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια.

Έφτασα εντέλει στο μέγαρο μουσικής, το οποίο είναι πιο φωτισμένο από ποτέ. Η είσοδος έχει γεμίσει ζευγάρια που κολλά το ένα στο άλλο, ενώ προσπαθούν ανυπόμονοι και βιαστικοί να βγουν από την ομορφιά και την χλιδή του κτιρίου.

Και εγώ μια λεπτή φιγούρα καθισμένη σε ένα παγκάκι, στολισμένη βιτρίνα απέναντι τους. Δεν άντεξα άλλο έβγαλα από τα πρησμένα μου μάτια τα γυαλιά και γι’ άλλη μια φορά τα δάκρυα μου κύλησαν σαν ορμητικοί καταρράκτες.

Όλοι όσοι με κοιτούν, πιστεύουν πως είμαι πολύ τυχερή, που δεν έχω κανένα πρόβλημα, που έχω ότι ευχηθώ, που όλοι με θαυμάζουν και που απολαμβάνω τις βόλτες μου μετά από κάθε στεναχώρια μου.

Κουράστηκα να κουβαλάω μαζί μου αυτή τη μάσκα, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, όλοι βλέπουν το γέλιο μου, κανένας όμως δεν προσέχει εμένα. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει, πόσο ανάγκη έχω να σε δω, πόσο μου λείπει το γέλιο σου, το δάκρυ σου, εσύ!

Πόσο μ’ έχει γονατίσει, ο τρόμος, στην σκέψη ότι κάποιος θα δει μέσα από την μάσκα μου και εκείνη θα ραγίσει.

Δεν αντέχω, να χάνομαι μέρα με την μέρα. Δεν μπορώ να αισθάνομαι την απουσία σου, τα ξημερώματα δίχως χρώματα και φως. Όλα γύρω μου ψεύτικα, όλοι μοιάζουν ύποπτοι στα μάτια μου. Άλλο ένα βράδυ μόνη μου, εσύ δεν είσαι πουθενά, έφυγες, χωρίς μια λέξη να πεις, δίχως να δώσεις μια εξήγηση.

Τώρα πλέον υπάρχουμε ως μία ανάμνηση, έχω ακόμα στα αυτιά μου τον ήχο σου από τα βράδια που σιγοτραγουδούσες αγαπημένα μας κομμάτια και χανόμουν στην μαγεία των στίχων.

Όλα αυτά είχαν το άρωμα της κατάλευκης ορχιδέας και θα έμεναν για πάντα γερά ριζωμένα μέσα μας, με την ελπίδα πως κάποια μέρα τα όνειρα που είχαμε κάνει μαζί θα γίνονταν πραγματικότητα, πως θα ζούσαμε κάθε μας στιγμή και θα ήταν πάντα ο ένας στο πλάι του άλλου.

Πως καταλήξαμε δύο ξένοι; Εμείς , που ζούσαμε ο ένας για τον άλλον, που κάθε μου ανάσα ήταν δική σου και κάθε σου όνειρο δικό μου, θυμάμαι όσους μας έβλεπαν μας καμάρωναν. Πως αλλάξαμε έτσι, πως όλες οι υποσχέσεις έσπασαν μέσα σε μια νύχτα;

Συνεχίζω να ξεγελώ με την μάσκα μου τον καθένα, να φοράω τα καλά μου για να βγω μια βόλτα μόνη μου, συνεχίζω με την ελπίδα πως μια μέρα θα ξυπνήσω και θα σ’ έχω σβήσει, συνεχίζω να παλεύω για μένα, συνεχίζω ν’ αγωνίζομαι για μένα.

Σκούπισα λοιπόν τα κλαμένα μου μάτια, κατέβασα τα γυαλιά από το κεφάλι μου, έβγαλα από την τσάντα το κόκκινο κραγιόν μου και έβαψα τα χείλη μου, φόρεσα το χαμόγελο μου, έπιασα την ουρά από το μακρύ μου φόρεμα και γύρισα στο σπίτι μου.

Έσβησα τα αναμμένα κεριά και κοιμήθηκα με την ελπίδα, πως αύριο δεν θα χρειαστώ την μάσκα μου.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Όταν η βροχή σταμάτησε



Tης Κλεοπάτρας Κάτση

Σταμάτησε η βροχή και η γυναίκα με τα ξανθά μαλλιά, μπήκε μέσα στο σπίτι της. Είναι η τρίτη φορά μέσα σε αυτόν τον μήνα που βγαίνει και ψάχνει παρηγοριά στις σταγόνες που πέφτουν σαν καταρράκτες, από τις νεφέλες.

Είχε κάτι το ξεχωριστό πάνω της, που την χαρακτήριζε. Μερικοί την περνούσαν για τρελή, άλλοι πάλι αδιαφορούσαν και δεν της έδιναν ιδιαίτερη σημασία.

Ήταν όντως λίγο ασυνήθιστη, αν και πιστεύω πως για εκείνη παράξενοι είμαστε όλοι εμείς που έχουμε διαφορετικές συνήθειες από εκείνη.

Τώρα γι’ άλλη μια φορά παρατηρώ προσεκτικά της περίεργες συνήθειες της και την συνέχεια της διαφορετικής της ρουτίνας.
Κάθισε στη μεγάλη πολυθρόνα της και ακούμπησε το ποτήρι με το κόκκινο τσάι της στο τραπέζι δίπλα της.

Γύρισε το κεφάλι της και με είδε, το πρόσωπο μου έγινε πιο κόκκινο από το τσάι της. Μου έκλεισε το μάτι και μου κούνησε το χέρι της νοηματικά για να με προσκαλέσει στο αρχοντικό της.
Χτύπησα την πόρτα και άνοιξε αμέσως, φάνηκε, σαν να περίμενε από καιρό.

Αν και είχες άλλες συνήθειες από έναν καθημερινό άνθρωπο, ήτανε ωραία γυναίκα, λίγο μικροκαμωμένη αλλά όμορφη.

Μου είπε να περάσω και με φιλοξένησε με τον καλύτερο τρόπο.
Αργότερα παραδέχτηκε πως είχε καταλάβει τόσο καιρό πως την «παρακολουθούσα», για άλλη μία φορά το πρόσωπο μου κοκκίνισε, μέχρι να μου πει πως και εκείνη στη θέση μου το ίδιο θα έκανε. Άρα είχε αυτογνωσία, σκέφτηκα.

Από ότι φαίνεται πίσω από όλα αυτά κρύβεται μια ιστορία, και από όσα μπορούσα να καταλάβω την είχε επηρεάσει πολύ και αυτός ήταν ο λόγος που άλλαξε και πλέον έχει διαφορετικές συνήθεις.
Δεν χρειάστηκε να την ρωτήσω, μάλλον διάβασε στα μάτια μου την επόμενη ερώτηση, που δυσκολευόμουν να της κάνω και έτσι μου άνοιξε αμέσως την καρδιά της και τα λόγια άρχισαν να ρέουν σαν βροχή.

“ Ήμουν δώδεκα χρονών τότε και όπως κάθε κοριτσάκι στην ηλικία μου, είχα ιδιαίτερη αδυναμία στον πατέρα μου. Ήταν ο φύλακας άγγελος μου, ένας ήρωας, έτσι τον είχα πλάσει στο μυαλό μου, ο μπαμπάς μου, που χωνόμουν στην αγκαλιά του, όταν μου φώναζε η μαμά. Και που χάιδευε τα μαλλιά μου τρυφερά, για να κοιμηθώ, όταν σκέπαζαν εφιάλτες τα όνειρα μου.




Ένα μεσημέρι λοιπόν, καθώς γυρνούσα στο σπίτι μου, μετά το μάθημα των αγγλικών, εμφανίστηκε μπροστά μου ένας κύριος με μούσια, με κοιτούσε στα μάτια και στο τέλος άρχισε να δακρύζει. Μου έδωσε έναν μεγάλο κίτρινο φάκελο, τον οποίο άνοιξα με μιας, λόγω περιέργειας. Εκείνη την ημέρα έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου στην κυριολεξία, στον φάκελο ήταν τυπωμένα, τα χαρτιά της υιοθεσίας μου από τον πατέρα μου.

Άργησα να πάω στο σπίτι εκείνη την ημέρα και είχε ήδη σκοτεινιάσει όταν οι γονείς μου άκουσαν τα βήματα μου από το κατώφλι του σπιτιού. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα και η φωνή μου δεν τολμούσε να βγει.
Έμοιαζα με παγωμένο σκελετό. Η μητέρα μου ρωτούσε τι έχω, ενώ ήταν ζωγραφισμένη η αγωνία στα μάτια της. Εμεινα για άλλη μία φορά άλαλη, σήκωσα το δεξί μου χέρι, με όση δύναμη μου είχε απομείνει και τις έδωσα τον φάκελο.

Δεν χρειάστηκε να τον ανοίξει, είχαν καταλάβει και οι δύο το τι συνέβη.
Από ότι κατάλαβα ο βιολογικός μου πατέρας τους είχε προειδοποιήσει για την κίνηση του αυτή, αλλά μάλλον δεν το περίμεναν τόσο σύντομα.

Εκείνο το βράδυ, ο μπαμπάς μου έφυγε από το σπίτι και περπατούσε στην βροχή μέχρι να χαράξει ο ήλιος.
Την επόμενη μέρα, το μέτωπο του άρχισε να καίει και η φωνή του να μην ακούγεται, ρωτήσαμε κάποιον ειδικό και μας είπε πως αρρώστησε βαριά από πνευμονία και πως έπρεπε να τον έχουν υπό προστασία εκείνο τη νύχτα.

Δεν μου επέτρεψαν να μείνω δίπλα του εκείνο το βράδυ, το τελευταίο του βράδυ.
Οι ενοχές άρχισαν να με πνίγουν, εγώ ευθυνόμουν για όλα. Αν δεν υπήρχα, τίποτα από όλα αυτά θα γινόταν.
 Δεν πρόλαβα να του πω, πως τον συγχωρώ που μου έκρυψε κάτι τέτοιο τόσα χρόνια, δεν μπόρεσα να του πω ένα ευχαριστώ που με αγάπησε πιο πολύ από την ίδια του τη ζωή και δεν κλείστηκα για τελευταία φορά στην αγκαλιά του.

Η μητέρα μου από τότε άλλαξε και εκείνη μου έδινε κάθε μέρα την εντύπωση πως όντως εγώ ευθυνόμουν για όλα. Απομακρύνθηκε και δεν ήθελε να μου δίνει σημασία όπως παλιά.

Όχι, δεν με πλήγωσε το ότι πίστευε πως εγώ ήμουν υπεύθυνη για το συμβάν, αλλά πονούσε η καρδιά μου, τις ημέρες που ήθελα κάποιον δίπλα μου, να με αγκαλιάσει, να μου δώσει μία συμβουλή, δεν ήταν κανένας, δεν μου έλειπαν τα δώρα της, μου έλειπε η φροντίδα της, η ανησυχία της για το αν έφαγα.
Ο τρόπος που έχωνε την μύτη της στον λαιμό μου για να γευτεί την οσμή που είχα, όταν με κρατούσε στα χέρια της.
Δεν με στεναχωρούσε η ιδέα του ότι ήμουν παγιδευμένη σε ένα απατηλό όνειρο τόσα χρόνια, αλλά το ότι δεν άκουσα ξανά την φωνή της μαμάς μου, μέχρι που έφυγε και εκείνη από την ζωή και όχι από την ζωή μου, διότι στην δεύτερη περίπτωση είχε επιλέξει να βγει από νωρίς.

Έμεινα μόνη. Πλέον αισθανόμουν ότι μου έλειπε, μέχρι και η μορφή της μαμάς να με κοιτάει, έστω και με μίσος στα μάτια. Μου έλειπε η αυστηρότητα του μπαμπά, όταν χασομερούσα με τις ώρες, δίχως να δίνω έμφαση στα μαθήματα μου.

Έκανα μόνη μου βόλτες στην βροχή, κοίταζα τους γονείς που έβγαζαν τα παλτά τους για να φτιάξουν ένα μικρό υπόστεγο στο παιδί τους για να μην βραχεί και ζήλευα την λατρεία τους για το μικρό τους στα μάτια τους.
 Κάποτε και μένα έτσι με κοιτούσαν, είναι το μόνο που θυμάμαι να πέρασα μαζί τους, πριν τον θάνατο του πατέρα μου, διότι έκτοτε όλη η ζωή μου έχει πνιγεί σε ένα παραμύθι.

Προσπαθώ να πιστέψω στην αγάπη αλλά δεν μπορώ, ψάχνω την αγκαλιά του μπαμπά μου και δεν την βρίσκω, ψάχνω το στοργικό φιλί της μητέρας μου αλλά είναι άφαντο.
Για μένα δεν έχει νόημα πλέο,ν δεν έχει νόημα η ζωή μου, μήτε και η άποψη που οι άλλοι έχουν για εμένα, γι΄ αυτό κάνω ότι με εκφράζει και δεν νοιάζομαι για τα σχόλια των άλλων

Σε ευχαριστώ που με άκουσες, ελπίζω να μη σε κούρασα!”

Αυτά ήταν τα λόγια μιας πονεμένης καρδιάς, που της λείπει η αγάπη.
 Τι είδους παρηγοριά λοιπόν μπορείς να προσφέρεις σε έναν τόσο πληγωμένο άνθρωπο, για να μαλακώσεις τον πόνο του;


Η καρδιά της πληγώθηκε . Από τότε η δυστυχία συννέφιασε τη ζωή της.