Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρελθόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρελθόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Η ποντικοπαγίδα


Η αυλαία άνοιξε, τα φώτα είναι όλα σβηστά. Το μόνο που ακούγεται είναι ο ήχος από το κλαδί, που λόγω του αέρα χτυπά μανιωδώς το παράθυρο.

Τα μάτια όλων είναι στυλωμένα στην σκηνή, όλοι αδημονούν να αρχίσει το έργο που με τόση λαχτάρα, ήρθαν να δουν.

<<Το έργο που θα παρακολουθήσετε, ονομάζεται, ποντικοπαγίδα, της Αγκάθα Κρίστι , η παράσταση αρχίζει>>. Ακούστηκε η φωνή του εκφωνητή.

<< Η ποντικοπαγείδα>> ξεκίνησε, ως μικρό ραδιοφωνικό έργο το 1947 με τον τίτλο «Τρία τυφλά ποντίκια» ενώ πήρε το σημερινό της όνομα επινοήθηκε, από έναν στίχο του Σαίξπηρ όταν μετεξελίχθηκε σε κανονικό θεατρικό έργο.

Για πρώτη φορά σε παγκόσμια πρεμιέρα ανέβηκε, στις 6 Οκτωβρίου 1952 στο Βασιλικό Θέατρο του Νότιγχαμ και έκανε πρεμιέρα στο New Ambassador‘s Theatre στο Λονδίνο στις 25 Νοεμβρίου 1952, όπου και παρέμεινε για. εικοσιένα περίπου χρόνια. Από εκεί μεταφέρθηκε στο γειτονικό St. Martin's Theatre, όπου η πρώτη παράσταση παίχτηκε, 25 Μαρτίου 1973.

Από το 1952, μέχρι και σήμερα έχει φτάσει τα εξήντα τέσσερα χρόνια παράστασης.





«Η Ποντικοπαγίδα» έχει παιχτεί σε όλο τον κόσμο με τεράστια επιτυχία και έχει μεταφραστεί σε πενήντα γλώσσες. Χαρακτηριστικά στο Τορόντο του Οντάριο έκανε πρεμιέρα στις 19 Αυγούστου 1977 και κατέληξε, το μακροβιότερο έργο της πόλης, πριν κατεβάσει την αυλαία, στις 18 Ιανουαρίου 2004 έπειτα από 26 χρόνια λειτουργίας και 9000 παραστάσεις.

Η ίδια η Αγκάθα Κρίστι δεν περίμενε τέτοια επιτυχία. Στην αυτοβιογραφία της αναφέρεται μία συζήτηση ανάμεσα στην ίδια και σε έμπιστο φίλο της «Θα του δώσω 14 εβδομάδες το πολύ» είπε ο φίλος της για να του απαντήσει η Κρίστι «Δεν πρόκειται να αντέξει τόσο, 8 εβδομάδες και αν...».

Όταν ξεπέρασε το ρεκόρ του μακροβιότερου έργου στο West End τον Σεπτέμβριο του 1957, η Κρίστι έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Νόελ Κάουαρντ που έγραφε « όσο και να με πονάει πρέπει ειλικρινά να σου δώσω συγχαρητήρια».

Το έργο διαδραματίζεται επτά ανθρώπους, πέντε άντρες και δύο γυναίκες, συγκεντρώνονται σε μια εξοχική πανσιόν, στο Μόνσκουελ Μάνορ, που το διευθύνει ένα νεαρό ζευγάρι, η Μόλλυ και ο Τζάιλς Νταίηβις.

 Λίγες μέρες ψυχικής ηρεμίας και ξενοιασιάς τους περιμένουν. Τουλάχιστον, έτσι πιστεύουν όλοι. Γρήγορα, όμως, θα διαπιστώσουν πως ανάμεσα τους έχει παρεισφρύσει και ένας στυγερός δολοφόνος, που ήδη έχει σκοτώσει κιόλας κάποιον στο Λονδίνο.

Το χιόνι πέφτει ακατάπαυστα ολόγυρα απ΄ την πανσιόν, δημιουργεί γύρω από τα εγκλωβισμένα πρόσωπα ένα αδιαπέραστο κλοιό, που ευνοεί θαυμάσια τα σκοτεινά σχέδια του δολοφόνου.

 Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Ο αστυνόμος Τρότερ θα δοκιμάσει ένα σωρό έξυπνα τεχνάσματα προκειμένου να παγιδεύσει το δολοφόνο, μα ο σατανικός αυτός άνθρωπος ξεγλυστρά.

Είναι ένα παζλ με οχτώ μόνο κομμάτια και τα κομμάτια του είναι οι αυτοί οι άνθρωποι, με διαφορετικό παρελθόν ο καθένας, μα με ένα μυστικό που τους ενώνει.

<< Ήθελα να ξεχάσω, να ξεχάσω, το παρελθόν>> ακούω την φωνή της Μόλλυ Νταίηβις. Και αφαιρώ για λίγο τον νου μου από την παράσταση.

<< Να ξεχάσω το παρελθόν μου>>, ποιος δεν το ευχήθηκε στη ζωή του; Ποιος δεν θέλησε να αφήσει πίσω του και να διαγράψει από την μνήμη του ότι τον έκανε να πονέσει;

Μήπως το παρελθόν είναι η ποντικοπαγίδα των ανθρώπων; το οποίο ορίζεται σύμφωνα με τα δικά σου θέλω και τις δικές σου απόψεις. Είναι αναμφίβολα μία παγίδα, από την οποία κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει.

Μια σκιά, τρομακτική και άχαρη, αυτό είναι το παρελθόν. Ένα μαύρο σεντόνι που νιώθεις να σε πνίγει, κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς. Ένας πίνακας με σκοτεινά χρώματα που απεικονίζει τα σφάλματα σου.

Μια γιγαντοοθόνη, που σου υπενθυμίζει τα λάθη σου, ξανά και ξανά και ξανά...

Και εσύ, μια μικροσκοπική φιγούρα, που ξέφυγε από ρεκλάμα, κάθεσαι στην πρώτη θέση και βλέπεις όλα αυτά που θες να ξεχάσεις, όλα αυτά που ένιωσες να καίνε και να ουρλιάζουν, σαν πεινασμένοι λύκοι μέσα σου.

Τελικά μπόρεσε ποτέ κάποιος να τα καταφέρει; Μπόρεσε να διαγράψει με μιας το παρελθόν και να κοιτάξει την υπόλοιπη ζωή του; και αν ναι, πως;

Από μικρό παιδί κι όλας, ο καθένας χαράζει την δική του πορεία, έχει την επιλογή να διαλέξει το πως θα συνεχίσει βαδίζει τον δρόμο του, γεγονός που συνεπάγεται με σωστές και λάθος επιλογές. Επιλογές δικές του όμως!
Επιλογές που είτε ευνόησαν είτε όχι, ήταν δικές του.

Δεν έχει νόημα το να προσπαθείς να σβήσεις, σαν μία λανθασμένη πρόταση, το παρελθόν σου. Ούτε και το να αδιαφορείς για τα προβλήματα σου.

Η ζωή σου, είναι δική σου και μόνο. Εσύ πρέπει να την διαχειριστείς, με τον τρόπο που εσύ θα διαλέξεις. Πρόσεχε όμως, μην απογοητευτείς, εάν δεν πήρες την σωστή απόφαση, διότι απλά, ήταν δική σου.

Ζήσε για εσένα και αντιμετώπισε την ποντικοπαγίδα σου, μην την βγάλεις όμως από την ζωή σου.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Μία ακόμα φωτογραφία


Της Κλεοπάτρας Κάτση

Όμορφη και δροσερή η αποψινή νύχτα, δεν νομίζω όμως πως μπορεί
να κυλήσει δίχως τις αναμνήσεις μου. 
Έβγαλα από το συρτάρι τα παλιά μου άλμπουμ με φωτογραφίες και άρχισα να τα ξεφυλλίζω.

Στην πρώτη σελίδα, ήταν ζωγραφισμένα τα παιδικά χρόνια που δεν θυμάμαι. 
Στα επόμενα φύλλα, παρουσιάζεται μία δεύτερη έκδοση των χρόνων αυτών, τότε που με κρατούσαν οι γονείς μου από το χέρι για να περάσουμε στον απέναντι δρόμο, τότε που γκρίνιαζα όταν η γιαγιά δεν μου έπαιρνε παγωτό και είχε πάντα την ίδια δικαιολογία 
“ Ο οδοντίατρος είπε να κόψουμε την πολλή ζάχαρη”, τότε που περίμενα ανυπόμονα την νονά μου, να μου φέρει το αγαπημένο μου σοκολατένιο αβγό, τότε που με έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ του σαλονιού, περιμένοντας να δω τον Άγιο Βασίλη.




Τότε που το χαμόγελο μου γινόταν ακόμα πιο πλατύ όταν άκουγα την φωνή του παππού μου να μου φωνάζει“ ντύσου γρήγορα θα πάμε βόλτα”. 
Πάντα λάτρευα την βόλτα με τον παππού μου. 
Όταν ήμουν μικρό παιδί με κρατούσε σφιχτά από το χέρι και περπατούσαμε στην παραλία του Λευκού πύργου, ύστερα τρώγαμε από ένα παγωτό και συνεχίζαμε τη βόλτα και έτσι συνηθίζαμε να κάνουμε και αργότερα που μεγάλωσα.

Αφού λοιπόν επανέφερα στη μνήμη μου τα αθώα αυτά χρόνια της ζωής μου, έπιασα στο χέρι μου το μεγάλο κόκκινο
 άλμπουμ που μου έκανε δώρο η μητέρα μου, πριν χρόνια.

Εδώ απεικονίζονται τα
 εφηβικά μου χρόνια. 
Τα χρόνια που πέρασα πίσω από τα θρανία, τα χρόνια που με έπρεπε να διαβάζω κάθε μέρα, τα χρόνια που θεωρούσα μαρτυρικά, αφού είχα πάνω από το κεφάλι μου κάθε φορά κάποιον νέο βασανιστή καθηγητή. 
Οι σκέψεις μου αυτές όμως, έσβηναν θυμάμαι κάθε Σαββατοκύριακο που αντί να κάθομαι σε μία καρέκλα εφτά ώρες, καθόμουν στα παγκάκια της πλατείας με τις φίλες μου και τραγουδούσαμε αγαπημένα μας τραγούδια.

Τελείωσα και με αυτήν την αγαπημένη μου και πολύ αγνή ηλικία. Τώρα ήρθε η ώρα να ανοίξω το άλμπουμ που γέμισα μόνη μου με τις αναμνήσεις μου.

Σε αυτό το άλμπουμ παρουσιάζονται σαν ταινία, τα χρόνια της ανεξαρτησίας μου, όπως τότε τα αποκαλούσα.
 Οι μέρες που αποφάσισα να πάρω την ζωή στα χέρια μου, δίχως να σκεφτώ τις υποχρεώσεις μου. 
Ξεφυλλίζω τις φωτογραφίες μου, βλέπω διαφορετική παρέα στις περισσότερες, μα σε κάθε σελίδα υπάρχει μία με τους ίδιους ανθρώπους, οι φίλοι που περάσαμε μαζί χαρές, λύπες, ευκολίες, δυσκολίες, άσχημες και όμορφες στιγμές. 
Αυτά θεωρώ είναι κάποια από τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου.

Μέσα στο επόμενο φωτογραφικό άλμπουμ είναι αυτές οι στιγμές είναι από εκείνες που στιγμάτισαν για πάντα την ζωή μου.

Στην πρώτη φωτ
ογραφία φαίνομαι εγώ και ένας ψηλός νέος φίλος μου, ο φίλος μου που αργότερα έγινε άντρας μου.
Αυτός είναι ο άνθρωπος, που εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου, ο άνθρωπος που αγάπησα και που αγαπάω κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, ο άνθρωπος που έχει εντελώς διαφορετικές απόψεις από εμένα, αλλά πάντα μάθαινα κάτι καινούργιο από εκείνον, ο άνθρωπος που με κοιτάει με την ίδια τρυφερότητα στα μάτια χρόνια τώρα και ο άνθρωπος που γέμισε μαζί μου με φωτογραφίες, το επόμενο άλμπουμ.

Σε αυτό το άλμπουμ κρύβεται η μισή μου ζωή, οι άνθρωποι που μου χάρισαν τον κόσμο και από τότε τον κρατώ σφιχτά στα χέρια μου.

Άνοιξα το εξώφυλλο και αντίκρισα τα όμορφα ματάκια τους, τα μάτια των παιδιών μου. Των μωρών αυτών που μου έμαθαν το τι θα πει ευτυχία, των παιδιών που χάραξαν μία νέα πορεία στη ζωή μου, την πιο όμορφη απ’ όλες τις υπόλοιπες. 
Σε αυτές τις φωτογραφίες βλέπω λοιπόν τον εαυτό μου, ζωγραφισμένο στα μάτια τους. Είναι από αυτές τις φωτογραφίες που έχουν αποθηκευτεί στο μυαλό μου και δεν πρόκειται να σβήσουν ποτέ. 
Είναι από τις φωτογραφίες που έχουν και ήχο, ήχο από το πρώτο τους κλάμα και από το πρώτο τους γέλιο, είναι από τις φωτογραφίες που έχουν την μυρωδιά από τον λαιμό τους από τότε που ήτανε μωρά και από τις φωτογραφίες που νιώθω ακόμα την αφή τους, καθώς προσπαθούσαν να με αγκαλιάσουν με τα μικρά τους χέρια.

Στέγνωσα με ένα χαρτομάντιλο,
τα δακρυσμένα  μάτια μου. Και άρχισα να κοιτώ φωτογραφίες με την οικογένεια μου.

Σε αυτό το άλμπουμ
 καθρεφτίζονται τα χρόνια που πέρασα με τα παιδιά και τον σύζυγο μου, φωτογραφίες από τις διακοπές μας, φωτογραφίες με διάφορες γκριμάτσες των παιδιών, γέλια, κλάματα και νεύρα όλα αντανακλούν επάνω στα χαρτιά τώρα που περάσανε τα χρόνια. 
Και το μόνο που μας μένει πλέον είναι οι αναμνήσεις.

Και ήρθε η ώρα να ξετυλίξω το τελευταίο άλμπουμ μου, εδώ κρύβεται η υπόλοιπη μισή ζωή μου. 
Το χαμόγελο των παιδιών μου, κρατώντας τα δικά τους παιδιά αγκαλιά, τα εγγόνια μου. Εδώ απεικονίζονται στιγμές μοναδικές και τρυφερές. Στιγμές που θα με συντροφεύουν πάντα και ίσως προλάβω να γεμίσω άλλο ένα άλμπουμ, όχι με φωτογραφίες αλλά με στιγμές.


Έτσι έμαθα να ζω την στιγμή, πριν γίνει απλά μια φωτογραφία.