Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Σαν ίχνος ανέμου



Ήταν μεσημέρι θυμάμαι και καθώς γυρνούσα από το σχολείο, αποφάσισα να πάω σπίτι, αφού κάνω την βόλτα μου πρώτα, όπως συνηθίζω, αν και έβρεχε.

Λίγο πριν φτάσω σπίτι, περνώ από το πάρκο. Πρώτη φορά το είδα άδειο, αφού πλυμμύριζε από διάφορες παιδικές φωνές.

Σταμάτησα για λίγο μπροστά στις κούνιες, οπού αντίκρισα μια κυρία, μόνη της να κάθεται με σκυμμένο το κεφάλι στο έδαφος.

Με όλο το θάρρος που είχα λοιπόν, την πλησίασα.

Σήκωσε το βλέμμα της και με κοίταξε. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και οι σταγόνες από τα δάκρυα της δεν είχαν ακόμα στεγνώσει.




Μου χαμογέλασε και με το χέρι της, μου έκανε νόημα να καθίσω πλάι της. Πριν κάτσω στην κούνια δίπλα της, ένιωσα το χέρι της να τραβάει το δικό μου, δίχως να με πονέσει.

" Κάτσε στο γόνατο μου" μου είπε και υπάκουσα, χωρίς να το σκεφτώ για δεύτερη φορά. Εκείνη τη στιγμή όμως, τα δικά μου μάτια ήταν καρφωμένα κάτω και ένιωθα τα μαγουλά μου να κοκκινίζουν.

Έπιασε το πιγούνι μου και σήκωσε το κεφάλι, έτσι ώστε να με κοιτά στα μάτια.

"Θεούλη μου, εσύ μοιάζεις με άγγελο" είπε και έμοιαζε εκστασιασμένη. " Πόσο χρονών είσαι μικρή μου;" με ρώτησε και στο πρόσωπό της εμφανίστηκε ένα αχνό χαμόγελο.

" Σας ευχαριστώ πολύ κυρία, είμαι δώδεκα χρονών" της απάντησα, καμαρώνοντας, αφού θεωρούσα πως είμαι πια μεγάλη.

" Εσείς, γιατί είσαστε μόνη σας εδώ και μάλιστα μεσ' αυτή τη ζέστη;". Συνέχισα, τα λόγια μου βγήκαν αυθόρμητα από μέσα μου και για μια στιγμή αναλογίστηκα, εάν την αιφνιδίασα με την ερώτηση μου και εύχομαι να μην την ρωτούσα ποτέ. Μα γιατί είμαι τόσο περίεργη κάποιες φορές; αναρωτιέμαι.

" Δεν ζεσταίνομαι εγώ γλυκιά μου" είπε, αλλά δεν απάντησε στην ερώτηση μου, δεν επέμενα όμως.

"Πήγαινε σπίτι σου τώρα, η μητέρα σου θα ανησυχήσει". Τα μάτια μου την κοίταξαν γεμάτα παράπονο. Δεν ήθελα να φύγω, δεν μου είπε ούτε το όνομα της. Δεν της έφερα όμως αντίρρηση και σηκώθηκα από τα πόδια της και την κοίταξα για τελευταία φορά.

" Θα σε ξαναδώ άγγελε μου" θα με ξαναδεί, πότε, που;

Σηκώθηκε να με αποχαιρετήσει, με ένα φιλί στο μάγουλο, δίχως να πει τίποτα παραπάνω. Άρχισα να απομακρύνομαι, το μυαλό μου όμως παρέμεινε πίσω.

Έφτασα στο σπίτι και η μητέρα μου άρχισε την ανάκριση. Ωχ! Δεν μπορούσα να της κρυφτώ, δεν της είχα πει ποτέ ψέματα και δεν σκεφτόμουν να το κάνω. Της μίλησα λοιπόν, για την περίεργη αυτή συνάντηση μου με την ξανθιά κυρία.

Η αντίδραση της ήταν όπως ακριβώς το φανταζόμουν. Μου θύμωσε και άρχισε τις φαντασιώσεις. " Και αν ήταν κλέφτρα, ζητιάνα, εάν έπαιρνε ουσίες, αν σε σκότωνε, πως πλησιάζεις έτσι έναν άνθρωπο, έναν ξένο άνθρωπο;"

"Δεν ξέρω μαμά, δεν το σκέφτηκα, λειτούργησα μηχανικά. Είχε κάτι αυτή η κυρία κάτι το διαφορετικό στα μάτια της", προσπάθησα να δικαιολογηθώ

"Άσε τις ανοησίες μικρή και πήγαινε τώρα να διαβάσεις" είπε.

Πήγα στο δωμάτιο μου και άνοιξα το βιβλίο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, πάλι μας έβαλε, χρονική και εγκλητική αντικατάσταση, κλείνω το βιβλίο αφού η όψη των ασκήσεων με "τρομάζει", μάλλον θα αρχίσω με την νεοελληνική γλώσσα, που όπως και να 'χει είναι πιο εύκολη. Έκθεση. Θέμα: Μια μέρα που σας έμεινε αξέχαστη. Ουφ, δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα.

Το βρήκα! Θα γράψω για την κυρία που συνάντησα σήμερα. Άρχισα να μονολογώ, έπιασα το μολύβι μου και άρχισα να γράφω.

Ξαφνικά ακούω την πόρτα ν' ανοίγει και πετάγομαι από την καρέκλα. Η μητέρα μου με κοίταξε απορημένη και μετά έριξε μια γρήγορη ματιά στο γραπτό μου.

" Πάλι γι αυτήν μιλάς;" με ρωτάει και δεν μπορεί να κρύψει τον θυμό στα μάτια της.

Γύρισα το κεφάλι μου, χωρίς να απαντήσω στην ερώτηση της. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και περπάτησα μέχρι το παράθυρο και τότε την είδα.

Ηταν καθισμένη στο παγκάκι απέναντι από το σπίτι μου και με κοιτούσε με προσοχή, εφόσον είχα αφήσει την κουρτίνα μου ανοιχτή και δεν ήταν δύσκολο να με παρακολουθήσει. Μα πως με βρήκε; ίσως με ακολούθησε, σκέφτηκα.

Έτρεξα και της άνοιξα την πόρτα, για να περάσει το κατώφλι του σπιτιού μου. Εκείνη κοίταξε την μητέρα μου και φάνηκε στα μάτια της πως περίμενε την έγκριση της.

Η μαμά με μια κίνηση του χεριού της, την προσκάλεσε να περάσει. Εγώ την έπιασα από το χέρι και την συνόδεψα μέχρι το καθιστικό. Η μαμά ετοίμασε για όλες ένα ζεστό τσάι με γεύση καραμέλα και ήρθε να καθίσει κοντά μας.

"Συγνώμη για την απρόσμενη επίσκεψη, φαντάζομαι η κόρη σας, σας μίλησε για την συνάντηση μας. Και θεώρησα σωστό να σας επισκεφθώ και να σας πω κάποια πράγματα για μένα" είπε η ξανθιά κυρία και τα μάτια της μαμάς, την κοιτούσαν απορημένα.

"Είμαι σαράντα έξι ετών, η ζωή μου φέρθηκε καλά, δεν μου έλειψε ποτέ τίποτα. Έζησα καλά, είχα χρήματα και έναν ωραίο γάμο. 

Ο άντρας μου πέθανε κι ένιωσα να χάνω τα πάντα. Ευτυχώς είχα την βοήθεια των γονιών μου, μέχρι να σταθώ ξανά στα πόδια μου οικονομικά.

Σήμερα λοιπόν είχα αποφασίσει να βάλω τέρμα στη ζωή μου, μέχρι που γνώρισα την κόρη σας. Όσο περίεργο και αν σας ακούγεται, πρώτη φορά ένιωσα ένα τέτοιο χάδι και πρώτη φορά δέχτηκα μία τόσο τρυφερή αγκαλιά. Την αγκαλιά ενός παιδιού, που λείπει από τη ζωή μου.

Η μικρή σας για μένα, είναι σαν Θεόσταλτο δώρο στον σκοτεινό μου δρόμο. Είναι ο λόγος που αυτή τη στιγμή βρίσκομαι μπροστά σας.

Δεν γνωρίζω αν θα μου επιτρέψετε να την ξαναδώ, γι αυτό ήρθα να σας μιλήσω και να την πάρω μία τελευταία αγκαλιά, αν αυτό επιθυμείτε".

Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει, το ίδιο και της μητέρας μου.

"Μπορείτε να την βλέπετε, όποτε θέλετε κυρία μου και ειλικρινά λυπάμαι για ότι σας συνέβη". Απάντησε δίχως δεύτερη σκέψη, η μαμά.

Καθώς περνούσαν οι μήνες, ένιωθα πως βρήκα μια δεύτερη μητέρα, που με φροντίζει και με αγαπά.

Λίγο καιρό αργότερα, γνώρισε κάποιον, τον αγάπησε και εκείνος την αγάπησε. Ήταν τόσο όμορφο, που την έβλεπα να γελάει πιο συχνά. Και ένιωσα πως ο άγγελος μου, άκουσε της προσευχές μου και την έκανε ευτυχισμένη.

Εγώ, περίσσευα τώρα από την ζωή της και αυτό φαινότανε στα μάτια της. Ένιωθα την αγάπη της να λιγοστεύει μέρα με την μέρα.

Έτσι αποφάσισα πως έπρεπε να φύγουμε από τη ζωή της και εγώ και ο άγγελος μου, τόσο ταπεινά και σιωπηλά, όπως μπήκαμε. Θέλω όμως να ξέρει, πως σε κάθε της πρόβλημα, η σκέψη μου θα είναι εκεί και θα την περιμένει. Όχι όμως εγώ, αφού πλέον υπάρχω απλά σαν ίχνος ανέμου, στην δική της ζωή.