Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Για τον έρωτα

Για τον έρωτα θα σου μιλήσω,
Για εκείνον που λένε πως κράτα για μια στιγμή.


Για εκείνον τον έρωτα που μου χάρισες από την πρώτη μας ματιά, σ εκείνην τη θάλασσα που τόσο αγαπούσες.


Για αυτόν τον έρωτα που ένιωσα όταν πρωτοφίλησες τα χείλη μου, που με έκανε να τρέμω από φόβο κι επιθυμία να σε γνωρίσω.


Γι’ αυτό που ένιωθα τα βράδια καθώς με ζέσταινες στο κορμί σου με τόση αγάπη, με τόσο έρωτα.





Και για εκείνον τον έρωτα που ένιωσα όταν σε είδα να κρατάς ένα τριαντάφυλλο για μένα.


Όλες αυτές τις στιγμές σε ερωτευόμουν.


Ακόμη κι όταν έκλεινες τα μάτια σου το βράδυ και σε κρυφοκοίταζα να με κρυφοκοιτάς.


Όταν μύριζα το άρωμα σου σε κάθε μας αγκαλιά.


Σ’ ερωτευόμουν κι όταν με μάλωνες για να γίνω ο καλύτερος μου εαυτός αλλά και όταν με παρηγορούσες γιατί με κούραζε αυτός ο κόσμος.


Σ’ ερωτευόμουν κάθε φορά που γελούσες και κάθε φορά που φορούσες εκείνο το παντελόνι που μου άρεσε όσο κι αν το απεχθανόσουν.


Σ’ ερωτευόμουν σε κάθε γέλιο των παιδιών μας και σε κάθε λευκή τρίχα που εμφανίζονταν στα μαλλιά μας.


Και χθες το βράδυ που μου τραγουδούσες το αγαπημένο μου τραγούδι σ’ ερωτευόμουν, εκείνο που από τη πρώτη φορά επέλεξα ν’ ακούω μόνο από τη δική σου φωνή.

Και θα σου πω ένα μυστικό, και σήμερα το πρωί που με κοιτούσες γεμάτος χαρά να πίνω τον χυμό που εσύ έστυψες πάλι σ’ ερωτεύτηκα.


Συγγνώμη που μακρυγορω τόσο.
Ήθελα για τον έρωτα να σου μιλήσω.
Για εκείνον που λένε πως κράτα για μια στιγμή.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Γεννήθηκα για να πονώ


Δύο θάνατοι σε μιαν ημέρα. Εντυπωσιακότατο θα 'λεγα. Δεν μπορώ να έχω άλλη διάθεση, πλην της σαρκαστικής που ήδη διαθέτω.

Η αληθινή ευτυχία κι το χαμόγελο μου, έχουν αρκετά χρόνια αναπαυθεί. Φαίνεται ή δεν μου ήταν απαραίτητα ή με βαρέθηκαν. Ομολογώ πως τα χρησιμοποιούσα σε επιλεκτικές στιγμές, τόσο επιλεκτικές που καταντούσαν σπάνιες.

Δεν ξέρω αν μετανιώνω γι' αυτό, πλέον έχει γίνει συνήθεια. Άλλωστε εμείς οι άνθρωποι φροντίζουμε κι αγαπάμε τις συνήθειες μας μετά από καιρό, ακόμα κι αν στην αρχή μας φαίνονταν άχαρες.

Ναι, αυτό φταίει. Έμαθα ν' αγαπώ την συνήθεια μου και δέθηκα μ' αυτό το κομμάτι του εαυτού μου, το ψυχρό, που δεν μου προκαλεί κανένα συναίσθημα. 



"Ποτέ κανένας άνθρωπος παιδί μου, δεν γεννιέται μόνο για να πονάει ή μόνο για να είναι ευτυχισμένος στη ζωή του", έλεγε ο παππούς μου όταν ήμουν ακόμη παιδί. Δεν εξέφρασα ποτέ μου την αντίθετη άποψη που είχα για το θέμα, πίστευα πως θα μεγαλώσω και θα πάψει το μυαλό μου να φέρνει αντιρρήσεις στα λεγόμενα του.

Ήμουν από τότε σίγουρη πως γεννήθηκα για να πονάω, κάτι μέσα μου, μου το ψιθύριζε πάντα. Οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα. Τους ευτυχισμένους και τους δυστυχισμένους. 

Άλλοι ικανοποιούνται με την ζωή τους κι άλλοι όχι. Άλλοι γνωρίζουν τον πόνο με το πιο σκληρό του πρόσωπο κι άλλοι την ευτυχία.

Πόσο μεγάλη σημασία τελικά έχει η ζωή; 

Χρόνια καταταγμένα στη σειρά, χρόνια που πρέπει να διανύσεις ένα προς ένα, μέχρι να φτάσεις στο γραφτό σου τέλος. Δεν έχεις δικαίωμα ν' αποφασίσεις πότε είναι αυτό, αλλά ούτε δικαίωμα ν' αλλάξεις την σειρά των πραγμάτων, να αποφύγεις να βιώσεις κάποιες καταστάσεις, να νιώσεις την στιγμή που θέλεις, για λίγο ελεύθερος.

Έτσι μένεις για πάντα σκλαβωμένος στην μοναξιά που σε κατακτά ακόμα κι όταν έχεις αγαπημένους σου ανθρώπους δίπλα σου. Το συναίσθημα δεν σε ρωτάει, απλά έρχεται και σε κάνει ότι θέλει. Μπορεί να σε στείλει ψηλά στα σύννεφα μα μπορεί και να σε ποδοπατήσει.

Γι αυτό λοιπόν δεν κοίταξα με καμιά ελπίδα το μέλλον, η πορεία μου είχε ήδη αρχίσει να χαράζεται. Δεν ήξερα αν έχει νόημα να προσπαθώ, μα το τόλμησα. Ακόμα κι αν δεν είχε αποτέλεσμα. Δεν ζήτησα τίποτα από την ζωή μου, αντιμετώπισα κάθε δυσκολία και οι χαρές μου αν και λιγότερες ήταν καλοδεχούμενες. 

Κι είμαι ακόμα εδώ για να δω πόσο θ' αντέξω και που θα φτάσω, γιατί μπορεί η ζωή να είναι μικρή, μα είναι απρόβλεπτη.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Έτσι είναι η ζωή

Το παλιό πατζούρι της, τρίζει ξανά. Η γριά κυρία, τραντάζεται ακόμα ένα βράδυ από τον φόβο της.

Είχε σκεφτεί να το φτιάξει, ή μάλλον να ζητήσει από κάποιον γνωστό της στο χωριό να το κάνει, μα δεν ήθελε να γίνεται βάρος, ούτε να 'χει υποχρέωση σε κανέναν.

Σηκώθηκε από την καρέκλα της και περπάτησε μέχρι το τραπέζι, στον διάδρομο του σπιτιού, πήρε τις δύο χοντρές βελόνες της κι άρχισε να πλέκει. Αυτό τουλάχιστον το είχε μάθει καλά, το έκανε με κλειστά τα μάτια, κάποτε από επιλογή, όμως πλέον δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει κάτι το διαφορετικό, αφού έχει χάσει το φως της, πολλά χρόνια τώρα.

Ίσως δεν την πείραζε τόσο το γεγονός πως δεν μπορούσε να μαγειρέψει τα φαγητά που αγαπούσε να φτιάχνει, ούτε πως δεν ξεχώριζε τα χρώματα. Θα 'θελε όμως να διαβάσει ακόμα μια φορά το αγαπημένο της βιβλίο.

Ήταν ένα βιβλίο που είχε γράψει η εγγονή της, όταν ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Όταν άρχισε δηλαδή να κατανοεί τον κόσμο και να αποκτά δική της άποψη γι' αυτόν. Έτσι, όταν το τελείωσε το δώρισε στον μόνο άνθρωπο που της είχε απομείνει στον κόσμο, την γιαγιά της.



Το βιβλίο εξιστορεί την ζωή του κοριτσιού, μέσα σ' αυτό κρύβεται ένα κομμάτι της καθημερινότητας της, η ζωή με την γιαγιά της και το παράπονο της, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τους γονείς της, μιας και τους έχασε όταν ήταν ακόμα μικρή.
Χτυπά τρεις φορές η πόρτα, της γριάς κυρίας.

Το χαμόγελο της τώρα, μοιάζει με ουράνιο τόξο, όλα τα χρώματα του, ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους και το αποτέλεσμα του είναι να φωτίζεται όλο της το πρόσωπο. Αφήνει τις βελόνες της στον καναπέ και σηκώνεται προσεκτικά ν' ανοίξει την ξύλινη πόρτα.
- Γιαγιά μου! Ακούστηκε η φωνή της όμορφης κοπέλας, με τα πράσινα μάτια.

- Καρδούλα μου όμορφη, πόσο μεγάλωσες; Της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.
Η κοπέλα έπιασε το χέρι της γιαγιάς της και την βοήθησε να καθίσει.

- Βρε γιαγιά, να σε ρωτήσω κάτι, δεν κουράστηκες από την καθημερινότητα;

- Δεν κουράζομαι εγώ θησαυρέ μου. Θυμάσαι πως με αποκαλούσες, όταν ήσουν μικρή; " σούπερ γιαγιά ". Έ, λοιπόν οι σούπερ γιαγιάδες δεν κουράζονται ποτέ.

- Εγώ όμως κουράστηκα γιαγιά.

- Τι εννοείς μικρή μου; Γιατί δεν πιστεύω να εννοείς σωματικά, ακόμα είσαι πολύ νέα.

- Κουράστηκα να πρέπει να χαμογελώ σε όλους, κουράστηκα να δέχομαι ότι μου επιβάλλεται, κουράστηκα να πονώ όταν βλέπω κάποιον δυστυχισμένο και να πρέπει έπειτα να τον κάνω να γελάσει. Κουράστηκα να παριστάνω κάθε μέρα πως είμαι καλά, κουράστηκα να πρέπει να είμαι δυνατή για όλους. Κουράστηκα να μην είμαι εγώ, θέλω να ' μαι  όπως όταν ήμουν μικρή.

Να γελώ και να γκρινιάζω, να συμφωνώ και να διαφωνώ, να ακούω και να με ακούν, να δίνω και να παίρνω, ν' αγαπιέμαι και ν' αγαπάω. Να δείχνω αυτό που αισθάνομαι δίχως να φοβάμαι μην πληγώσω τον άλλον. Να μπορώ να πω άφοβα "όχι" σε ότι ξέρω πως δεν θέλω να κάνω.

- Είναι δύσκολη η ζωή παιδί μου. Ένας καθημερινός πόλεμος με τον εαυτό σου αλλά και μαζί της είναι.

Δεν μπορείς ν' αλλάξεις τα πράγματα και για κάθε σου κίνηση πρέπει να είσαι αρκετά σίγουρη. Μέχρι κάποια ηλικία δικαιολογείσαι για τα απερίσκεπτα βήματα σου. Μετά όμως κανένας δεν θα σου δώσει ελαφρυντικά. Γιατί θεώρησε αρκετά ώριμη για να συγχωρεθεί κάποια επιλογή σου, σε αντίθεση με τις επιλογές που έκανες όταν ήσουν μικρή.

Αυτά που σου λέω εγώ τα βίωσα και θέλω να τα μάθεις, για να καταλάβεις γιατί δεν κουράζομαι. Κατάλαβες λοιπόν; Δεν κουράζομαι διότι έχω κατανοήσει την ζωή και είμαι έτοιμη να την αντιμετωπίσω όπως και να 'ναι, είτε βλέπω είτε όχι.

Όντως, δεν θυμάται ποτέ την γιαγιά της να κουράζεται. Αν και ήταν όλη μέρα στο πόδι για να τα προλάβει όλα, δεν παραπονιόταν. Ακόμα και τώρα που δεν βλέπει, δεν την θυμάται να δυσανασχετεί.

Είναι όμως πια αρκετά γερασμένη κι όσο κι αν θέλει να δείχνει πως αντέχει, οι δυνάμεις της φαίνεται να την εγκαταλείπουν. Αυτή η σκέψη τρόμαζε της κοπέλα κάθε φορά που στροβίλιζε στο μυαλό της.

- Μην ανησυχείς γλυκιά μου, δεν φεύγω ακόμα. Της απάντησε, μιας και κατάλαβε την ανησυχία της.

Και συνέχισε

- Οι άνθρωποι καλή μου, είμαστε φύλλα, τα φύλλα ενός γερού δέντρου που ονομάζεται ζωή. Κάθε φορά πρέπει να βγαίνει ένα νέο φύλλο, το οποίο θα λάμπει. Θα μοιάζει πιο όμορφο και πιο τρυφερό απ' τ' άλλα κι ένα άλλο πρέπει να πέσει, είτε το πιο γέρικο είτε το πιο αδύναμο. Αυτό είναι επιλογή του Θεού.

Έτσι κι εγώ θα φύγω κάποια στιγμή, εσύ όμως πρέπει να λάμψεις, έτσι είναι η ζωή.
Το πατζούρι τρίζει ξανά.

- Αύριο θα το φτιάξουμε αυτό γιαγιά, σου το υπόσχομαι. Σ' ευχαριστώ για όλα.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Δεν είμαι μαριονέτα


Η ώρα κοντεύει εννιά, σε λίγο τελειώνει την δουλειά. Νιώθει το κεφάλι της να πονάει και σκέφτεται πως έχει ανάγκη από λίγη ξεκούραση. Διώχνει την σκέψη της γρήγορα, αφού θυμάται πως έχει πολλές υποχρεώσεις να τακτοποιήσει.

Κοιτά το κινητό της τηλέφωνο, πέντε αναπάντητες κλήσεις. Όπως πολύ σωστά προβλέπει, είναι όλες από μια παλιά φίλη. Το τηλέφωνο ξαναχτυπά. Δεν απαντάει, μιας και γνωρίζει καλά την επιθυμία της φίλης της.

"Επιτέλους, σταμάτησε" μονολογεί, αλλά μετανιώνει, καθώς ο ενοχλητικός πια ήχος του κινητού της, ακούγεται ξανά, το απενεργοποιεί και επιβραβεύει τον εαυτό της, για την απόφαση της.

"Είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν από τότε που τελειώσαμε το σχολείο. Κανείς δεν έψαξε κανέναν τόσο καιρό και μέσα σε ένα χρόνο εμφανίζονται όλοι" σκέφτεται, καθώς κοιτά το ρολόι της. Ώρα να σχολάσει, μαζεύει τα πράγματα της και φεύγει με γοργά βήματα, για να προλάβει το λεωφορείο.



Φτάνει σπίτι της, αλλάζει και ξαπλώνει στον καναπέ. Ανοίγει την τηλεόραση και την αφήνει να παίζει. Τα μάτια της είναι κλειστά και μοιάζει να κοιμάται, το μυαλό της όμως είναι ξύπνιο.

Σκέφτεται το αυριανό της πρόγραμμα: δουλειά, σπίτι για λίγο και ξανά δουλειά. Η σκέψη την κουράζει ακόμα περισσότερο και προσπαθεί να την αποβάλλει.

"Το τηλέφωνο δεν ενεργοποιήσα" λέει και βαριαναστενάζει που πρέπει να σηκωθεί. Το ανοίγει και τα μηνύματα την βομβαρδίζουν <<Είχατε εφτά αναπάντητες κλήσεις>>, << Μαμά θα γυρίσω αργά σήμερα, μην ανησυχήσεις>>, << που είσαι φιλενάδα, σε ψάχνω όλη μέρα>>.

"Ναι, τώρα με ψάχνεις φιλενάδα, τόσα χρόνια όμως ζούσες χωρίς να θυμάσαι την ύπαρξη μου.

Σκέφτηκε, ποτέ κανείς, πως πέρασαν τα χρόνια, χωρίς να ψάξει ο ένας τον άλλον ή πως ο καθένας έζησε στιγμές ευτυχίας και δυστυχίας, δίχως όμως κάποιος από τους φίλους αυτούς να είναι πλάι του; Μονολογεί και αφήνει το κινητό στο τραπέζι δίπλα της.

Αποφασίζει να βγει στο μπαλκόνι της. Έχει κρύο και με τα δυο της χέρια, αγκαλιάζει την κοιλιά της. Κοιτάει τον σκοτεινό ουρανό.

Η αλήθεια είναι πως έχει καιρό, να σπαταλήσει λίγο χρόνο, όταν της περισσεύει, για εκείνη. Κάθε φορά, όλο και κάτι θα της χαλάσει τα σχέδια, ένας πονοκέφαλος, μία κούραση, ένα επείγων τηλεφώνημα, μια απρόσμενη επίσκεψη, ακόμα και μία ξαφνική αλλαγή στο πρόγραμμα της δουλειάς.

Θέλει τόσο πολύ να φωνάξει, με όλη της την δύναμη, στους ανθρώπους που νομίζουν πως μπορούν να διαχειριστούν όπως θέλουν την ζωή της και στους άλλους που την θυμούνται όποτε θέλουν, πως δεν είναι μαριονέτα, να την χρησιμοποιούν, όταν συνειδητοποιούν πως τους έλειψε, ενώ την έχουν χρόνια ξεχασμένη, σε μια παλιά κούτα.

Θέλει να καταλάβουν, πως δεν μπορούν να ανατρέψουν, όλα της τα σχέδια επειδή έτσι αποφάσισαν.

Θέλει να τους πει, πως δεν είναι άνθρωπος με κενά, πως οι "τρύπες" της ζωής της, έχουν καλυφθεί και όταν αυτές δημιουργούνται τις καλύπτει με τους ανθρώπους που ήταν από την αρχή δίπλα της, με τους ανθρώπους που δεν την ξέχασαν και εμφανίστηκαν ξανά μια μέρα, απαιτώντας να μπουν στη ζωή και στα προβλήματα της.

Δεν το κάνει όμως. Γιατί πάλι σκέφτεται τους άλλους και όχι εκείνη. Δεν θέλει να πικράνει τους άλλους και έτσι κλείνεται στην κούτα της, δίχως να ενοχλεί, δίχως να κάνει αισθητή την παρουσία της. Δεν επιτρέπει όμως σε κανένα, να την θυμηθεί, όποτε εκείνος επιθυμήσει.

"Έχω κι εγώ ζωή, δεν κρέμομαι από τις κλωστές που κρατούν και χρησιμοποιούν άλλοι. Ζω την δική μου ζωή όχι την δική τους. Πρέπει να σταματήσω να πονάω εμένα, έστω κι αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον πόνο των άλλων. Είμαι άνθρωπος, με σώμα, ψυχή και συναισθήματα, δεν είμαι μαριονέτα". 

Τα μάτια της φαίνονται να κλείνουν και εκείνη κατευθύνεται προς την κρεβατοκάμαρα. Τουλάχιστον στα όνειρα της, είναι όλα όπως εκείνη επιθυμεί.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Αντέχεις τα πάντα


Κάθομαι στον καναπέ, δίπλα στο αναμμένο της τζάκι. Παρατηρώ προσεκτικά τις κινήσεις της, την ώρα που βάζει στις κούπες μας, ζεστό τσάι, βγαίνει από την κουζίνα και μου δίνει το ένα, το ακουμπώ γρήγορα στο τραπέζι.

"Μάλλον δεν το αντέχω, με καίει" το τσάι είναι όντως πολύ ζεστό και εντυπωσιάζομαι όταν αντιλαμβάνομαι, πως το κρατά ακόμα στα χέρια της.

"Εσύ πως αντέχεις;" την ρωτάω και καταλαβαίνω πως η ερώτηση μου την αιφνιδιάζει. Σμίγει τα φρύδια της και χαμογελάει αινιγματικά.

Τα μάτια της, ξαφνικά σκοτεινιάζουν και με κοιτά για μια στιγμή. Αφήνει την κούπα της στο τραπέζι (επιτέλους) και κάθετε στον καναπέ, δίπλα μου, βάζει το χέρι της στο κεφάλι της και το κρατά εκεί. Δεν μιλά, απλά με κοιτάει δίχως να με βλέπει. Περίεργο κι όμως μπορώ να καταλάβω πως κάτι άλλο σκέφτεται, ακόμα και αν τα μάτια της κοιτούν τα δικά μου.

"Εγώ αντέχω τα πάντα" η φωνή της, σπάει την σιωπή που μέχρι τώρα επικρατούσε στο δωμάτιο.

Στραβώνω τα χείλη μου και σηκώνω τα φρύδια μου, προσπαθώντας να δείξω πως δεν έχω καταλάβει, τι ακριβώς θέλει να μου πει.




Είναι σκληρή γυναίκα, με ισχυρή προσωπικότητα. Δεν φαίνεται πως επιτρέπει στον εαυτό της να πονά.

"Κανένας δεν μπορεί να αποτρέψει τον πόνο γλυκιά μου" άνοιξα έκπληκτη τα μάτια μου, ακούει και τις σκέψεις μου τώρα; Ακούω το χαχανητό της.

"Μην εντυπωσιάζεσαι, απλά έμαθα τους ανθρώπους, καλά" τα μάτια της σκοτεινιάζουν και πάλι. 

Κάτι κρύβει μέσα της, ένα μυστικό ίσως. Οι εκφράσεις και τα λόγια της με βάζουν σε σκέψεις, να την ρωτήσω περισσότερα; Και αν την φέρω σε δύσκολη θέση; Όχι, δεν είναι καλή η ιδέα μου, αν θέλει θα μου το πει μόνη της, δίχως να την πιέσω.

"Θέλεις, να καταλάβεις τον λόγο, που με έκανε να είμαι δυναμική έως και σκληρή κάποιες φορές, στη ζωή μου;" 

"Άρα δεν ήσουν έτσι πάντα;" την διακόπτω, δίχως να δώσω απάντηση στην ερώτηση της. Και συνειδητοποιώ πως δεν έπρεπε να το κάνω, προσπαθεί μάταια να κρύψει το δάκρυ που κύλησε από τα μάτια της. Πρώτη φορά την βλέπω να λυγίζει και αρχίζω να ανησυχώ.

"Όχι, δεν ήμουν πάντα έτσι, για να ακριβολογώ, κοντεύουν να ξεχαστούν τα χρόνια που ήμουν διαφορετική, αφού τα έζησα σε μικρή ηλικία και για πολύ λίγο καιρό.

Βλέπεις, πίστευα πως είχα την τύχη να είμαι από αυτούς, που είχαν πολλούς ανθρώπους να τους αγαπούν, δίπλα τους και αυτό με έκανε ευτυχισμένη. 

Οι άνθρωποι όμως, δεν νοιάζονται για κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό τους. Όσο και αν θέλουν να πιστεύουν, πως μπορούν να αγαπήσουν κάποιον περισσότερο από τους ίδιους.

Και τελικά τι είναι ο άνθρωπος; ένας μεγάλος εγωιστής. Από όποια πλευρά και να το μελετήσεις. Σε κάθε στιγμή της ζωής του, προσπαθεί να κάνει κάτι δικό του, μια δουλειά, έναν σύντροφο, ένα παιδί, έναν φίλο, ένα σπίτι.

Έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, να ζητά ακατάπαυστα όλο και περισσότερα. Δεν σκέφτηκε όμως ποτέ, πως μόνος του πληγώνει τον εαυτό του, εφόσον κάθε επιλογή ήταν δική του.

Μόνος του αποφασίζει ποιους θα κρατήσει στη ζωή του, μόνος του επιλέγει σε ποιους θα επιστρέψει να τον πληγώσουν. Μόνος του παίρνει ρίσκα για την ζωή του. Μόνος του πλάθει το μέλλον του. Και στο τέλος μένει μόνος του.

Είναι λοιπόν ανούσιο να λες πως δεν αντέχεις κάτι, γιατί στην πραγματικότητα αντέχεις τα πάντα. 

Είναι όλα αποτελέσματα των δικών σου επιλογών, είναι όλα δικά σου δημιουργήματα. Γι' αυτό, μη με ρωτάς πως αντέχω τα χέρια μου να καίνε. Είναι το λιγότερο που με πονά πλέον. Γιατί πίστεψε με, δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από αυτός της αδικημένης ψυχής".

Προσπαθώ να αναθεωρήσω όσα μου είπε και καταλήγω στο ότι έχει δίκιο, σε όλα. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ την ζωή έτσι. Μια γυναίκα με σκυμμένο το κεφάλι, που φορά ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα, για να κρύψει οποιαδήποτε πληγή στο σώμα της, για να δείξει πως είναι δυνατή και πως υπομένει ότι της συμβεί, γιατί όπως πολύ σωστά είπε η φίλη μου:

Στην πραγματικότητα αντέχεις τα πάντα.