Αρχειοθήκη ιστολογίου

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Απλά σ' αγαπάω

Ο ήλιος σήμερα είχε τα κέφια του και τους ευνόησε να περάσουν όμορφα στην σημερινή τους βόλτα.

Βγάλανε τα μπουφάν τους, αφού είχε αρκετή ζέστη για να τα φορούν, τα ακουμπήσανε στο έδαφος και κάθισαν πάνω τους, για να ξεκουραστούν.

Εκείνος έκλεισε τα μάτια του γλυκά κι έγειρε στο πλάι το κεφάλι του, για να χαλαρώσει από την ένταση της μέρας. Το πρόσωπο του, το φωτίζει ο ήλιος και είναι γαλήνιο, ξένοιαστο.

Εκείνη στέκεται και τον κοιτά, χαμογελάει, με μισόκλειστα μάτια, και δεν είναι η πρώτη φορά. Τι δεν θα 'δινε για να ήταν μία στιγμή μέσα στο μυαλό του, ή ακόμα και σε μερικές σκέψεις του.

Να μάθει γιατί γελάει, με τι προβληματίζεται, γιατί μερικές φορές πονάει, να μάθει τι είναι αυτό που τον κάνει ευτυχιμσένο.

Πόσο τον λάτρευε; Έφθανε μόνο ένα του βλέμμα για να τον ερωτευτεί ξανά. Και αυτό το ξανά, δεν τελείωνε ποτέ.

Ήταν το ταξίδι τους, μόνο που δεν είχε προορισμό και ίσως αυτό να τους ένωνε ακόμα περισσότερο, το ότι ήταν συνταξιδιώτες, μόνο οι δυο τους.




"Δεν ξέρω αγάπη μου γιατί γελάς στον ύπνο σου, δεν ξέρω ποιος τα όνειρα σου συντροφεύει και σε ποιους κόσμους ταξιδεύεις τώρα, το μόνο που γνωρίζω πως σ’ αγαπάω.

Ακούγονται φτωχά τα λόγια μου για να σου περιγράψω το πόσο, μοιάζουν λίγες όλες οι λέξεις του κόσμου για να σου γράψω για την αγάπη μου και είναι λίγα όλα τα τραγούδια του κόσμου για να σου την τραγουδήσω.

Θέλω μόνο να σου πω μόνο, πως εγώ είμαι εδώ πλάι σου, δίπλα σου και θα είμαι για όσο ζω ο δικός σου φύλακας άγγελος. Θα σε κρατάω στα χέρια μου ζεστά.

Δεν ξέρω πως είναι μακριά σου κι ούτε θέλω να μάθω, είσαι εσύ η αρχή μου και το τέλος μου, η αγάπη που με έκανε να ξεχάσω το παρελθόν μου και να ζω την κάθε μέρα όπως της αξίζει, μοναδικά." Του είπε και τον φίλησε τρυφερά στο μέτωπο.

Εκείνος την πήρε αγκαλιά, άρχισε να παίζει με το κρεμαστό στον λαιμό της, που εκείνος της είχε χαρίσει και της είπε:

"Το ξέρεις ότι με εντυπωσιάζεις όταν μου μιλάς έτσι, γλυκιά μου; 

Θυμάμαι κάποια μέρα, στο είχα αναφέρει ξανά και μου απάντησες πως τα λόγια σου, είναι μοναδικά, μόνο όταν τα πλάθει η ψυχή σου.

Πως λοιπόν, να μην σε αγαπάω με όλη μου την δύναμη; Όταν η δύναμή μου είσαι εσύ. Πως τα μάτια σου, να μην είναι ο ουρανός μου και τα λόγια σου, προσευχές μου;

Πως το γέλιο σου, να μην είναι τα πάντα για εμένα; Αφού δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ, οτιδήποτε που γνωρίζω πως μπορεί να σε πληγώσει.

Αφού ζω για να χαμογελάς, αφού υπάρχω για να με αγαπάς!

Θυμάμαι, μου είχες πει πως εσύ θα είσαι πάντα ο φύλακας άγγελος μου. Θα με προστατεύεις από κάθε στεναχώρια και θα διώχνεις τους εφιάλτες που με εμποδίζουν να κοιμηθώ.

Κι έτσι μου απέδειξες πως δεν είμαι μόνος μου και πως δεν θα είμαι ποτέ.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, τις μέρες που προσπαθούσα να σε κάνω να γελάσεις, με κάθε πιθανό τρόπο. Αλλά και οι νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ και σε βομβάρδιζα με διάφορες ερωτήσεις, μέχρι να κουραστείς και να καλύψεις το κεφάλι μου με την κουβέρτα σου, για να σταματήσω.

Ήμουν και θα είμαι δίπλα σου, θα μοιράζομαι την κάθε σου χαρά και θα μαλακώνω τον πόνο σου.

Θα σου κρατώ συντροφιά, όταν θα αισθάνεσαι μόνη σου και θα σου χαμογελάω, όταν δεν πάνε καλά τα σχέδια σου. Γιατί σ' αγαπάω.

Ωραία τα λέω ο άτιμος" 

Άρχισαν να χαχανίζουν σαν παιδιά.

"Ναι, ωραία τα λες" πρόσθεσε σαρκαστικά.

"Παραδίνεσαι;" ρώτησε χαμογελώντας γλυκά.

"Δεν παραδίνομαι ποτέ μάτια μου"

Την φίλησε γλυκά.

"Λοιπόν;" ξαναρώτησε.

"Παραδίνομαι!" Του ψιθύρισε