Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Σαν φεγγάρι...

Το φως της σελήνης διαπερνά τα παράθυρά μου και παίζει με τα μάτια μου, άλλη μία νύχτα που καταφέρνει να τα κάνει ν’ ανοίξουν, γι’ ακόμα μία φορά με βασανίζει και μου κρύβει το γιατί.

Αχ, να είχε μιλιά τ’ άτιμο το φεγγάρι, να μου εξηγήσει ότι εγώ αδυνατώ να κατανοήσω. Να είχε χέρια, να με κλείσει στην αγκαλιά του όλα αυτά τα βράδια που με ξυπνά εκείνο κι όχι εσύ.

Να μπορούσε εύχομαι, να μου δανείσει για λίγο τα τόσο λαμπερά και μεγάλα μάτια του, να γίνω κι εγώ σαν φεγγάρι, να τρυπώσω κι εγώ για λίγο εκεί που είσαι εσύ. 



Να γίνω το φεγγαρόφωτο που θα σ’ αγκαλιάζει δίχως χέρια καθώς θα κοιμάσαι, όπως αυτό που εμένα με τρομάζει πλέον, να είμαι δίπλα σου, να σε κοιτώ σιωπηλά, να σ’ αγγίζω τόσο τρυφερά χωρίς να σε ξυπνώ.

Μα είναι αλλιώς το φεγγάρι μάτια μου, σε παγιδεύει με την ομορφιά του κι εσύ αρέσκεσαι να μένεις στην πλάνη του. Σε ξεγελά με τα τρελά σχήματα που στολίζει τον ουρανό, σε ενθουσιάζει με τα διάφορα χρώματά του κι εσύ ξεχνάς να κοιτάξεις πίσω απ’ αυτά.

Λίγο, μονάχα λίγο, αν προσπαθούσες να τραβήξεις πιο πέρα αυτή την παραπλανητική κουρτίνα, τότε θα έβλεπες τα δακρυσμένα μάτια του, την κομματιασμένη του ψυχή, την φοβισμένη του καρδιά.

Γυρνώ και κοιτώ το ρολόι μου, τρεις τα ξημερώματα, δύο ώρες νωρίτερα από χθες, δύο ώρες παραπάνω σκέψεις, παραπάνω πόνου, παραπάνω αναμνήσεων, δύο ώρες παραπάνω μοναξιάς.

Σηκώνομαι από το κρεβάτι και στέκομαι έξω από το παράθυρο, έχει πολύ κρύο και δεν τολμώ να τ’ ανοίξω, στρέφω το βλέμμα μου στο φεγγάρι και το βλέπω από κοντινότερη απόσταση κι αν άπλωνα το χέρι μου θα μπορούσα να το κρατήσω και να το κρύψω ακόμα. Όπως ακριβώς με τους ανθρώπους. Μα δεν το άπλωσα.

Έμεινα να το κοιτώ, έμεινα να σε ζητώ.

Να σου μιλώ μου έλεγες όταν φοβάμαι κι εσύ ορκιζόσουν να βρεις έναν τρόπο να γαληνέψεις την ψυχή μου, όσο μακριά κι αν είσαι.
Και θέλω τόσο να σε φωνάξω κι απόψε, να σου ζητήσω να με κλείσεις στην αγκαλιά σου τώρα που φοβάμαι. Να σου πω, πως κουράστηκα να παλεύω με τον ίδιο μου τον εαυτό κάθε μέρα. Να σου φωνάξω πως σ’ αγαπάω, πως μου λείπεις, πως σ’ έχω ανάγκη.

Μα καρδιά μου, εγώ ζητώ ν’ ακούσεις την σιωπή μου κι όχι τα λόγια μου.
Μπορείς, το ξέρω ότι μπορείς, άλλωστε μόνο εσύ θα τολμούσες.
Έλα λοιπόν, μην αργείς άλλο, πονάω κάθε μέρα περισσότερο κι εσύ δεν αντέχεις να πονάω.

Θα σε περιμένω. Καληνύχτα.
Καληνύχτα φεγγάρι μου.